Είμαι
ένας Έλληνας
της αρχαϊκής
εποχής που με
τους
συντρόφους μου
ταξιδέψαμε σε
μια νέα χώρα
για να
φτιάξουμε
αποικία.
Περιγράφω
τις
περιπέτειές
μου.
Οι
συνθήκες στην
πατρίδα έγιναν
πολύ δύσκολες.
Υπάρχει φτώχια
και δύσκολα
μπορεί κάποιος
να ζήσει.
Αποφασίσαμε
λοιπόν να
μπούμε με τους
συντρόφους μου
στο καράβι και
να ψάξουμε για
άλλους τόπους.
Περιμέναμε
τρεις μέρες για
να φυσήξει
ούριος άνεμος.
Φεύγοντας
πήραμε μαζί μας
και την ιερή
φωτιά από το
βωμό.
Στη
θάλασσα είχαμε
περιπέτειες. Η
θάλασσα ήταν
τρικυμισμένη
και τα τρόφιμα
λιγόστευαν.
Φτάσαμε στα
απέναντι
παράλια.
Ο
τόπος ήταν
ωραίος και
πλούσιος. Οι
άνθρωποι όμως
ήταν εχθρικοί
και αφιλόξενοι,
δεν ήθελαν να
μας δεχτούν.
Τις νύχτες
προσέχαμε με τη
σειρά να μην
μας επιτεθούν.
Δύσκολα χρόνια.
Έπρεπε όμως να
ριζώσουμε εδώ
και να
καλλιεργήσουμε
τη γη. Σε αυτό
μας βοήθησε η
αλληλοβοήθεια
μεταξύ μας.
Κτίσαμε
σπίτια, ναούς
και τείχη γύρω
από την πόλη
μας και μείναμε
για πάντα εδώ.
Γιώργος
Ιβάνοβιτς
Δ΄ τάξη